ΜΑΖΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

enimerotita3Σε προηγούμενο άρθρο, έγινε μια αναφορά, σε μια μεγάλη παθογένεια που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Είναι το δίπολο που έχουν κατασκευάσει  στην Ελλάδα μεταξύ ελιτίστικης  Τέχνης και  βάρβαρης «τέχνης». Είναι τόσο έντονος ο διχασμός, που δεν αφήνει τους ανθρώπους να αποκτήσουν μια δημιουργική σκέψη έξω από τα κανάλια επικοινωνίας της άρχουσας τάξης. Η σαπίλα της «πνευματικής ελίτ» είναι τέτοια που οδηγεί το λαό στην απελπισία. Καμιά παρηγοριά δεν μπορεί να δώσει στον κόσμο που αναζητά κάτι διαφορετικό, αλλά αντίθετα τον οδηγεί με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στον γκρεμό τη χώρα, χωρίς να υπάρχει μια εναλλακτική στη βαρβαρότητα της ενημέρωσης, της ψυχαγωγίας, της κουλτούρας και γενικότερα του Πολιτισμού. Η λοβοτομή που έχουν κάνει οι ιθύνοντες είναι τέτοια, που όλοι, τουλάχιστον η νέα γενιά,  φετιχοποιούν το lifestyle και δίνουν αξία σε πράγματα καθόλου ουσιαστικά και ως επί το πλείστον ρηχά. Οι ομάδες που δημιουργούνται είναι τόσο ισχυρές, η επιρροή τόσο μεγάλη, που άπαξ και φτιαχτεί κάποια ομάδα ή υποκείμενο αντίστασης σε αυτή τη βαρβαρότητα, θα πρέπει να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε κάποια από τις δύο όψεις του νομίσματος: τους «εναλλακτικούς» και τους κλαρινογαμπρούς.

Εδώ όμως θα αποδειχτεί, πως το όλο φαινόμενο καθίζησης της κουλτούρας και της διανόησης στην Ελλάδα, είναι κομμάτι του φαινομένου της Μαζικής Κοινωνίας και της Πολιτιστικής Βιομηχανίας. Στην Ελλάδα απλώς, έχουμε την τύχη να είμαστε μια χώρα εξαρτημένη, χωρίς σοβαρούς θεσμούς και αντίβαρα στη βαρβαρότητα της εξουσίας, χωρίς δημοκρατική παράδοση στη Μεταπολίτευση, μια ελίτ που έχει ασελγήσει στην Παιδεία σαν έννοια και περιεχόμενο και μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα σήψης, διαφθοράς και ακολασίας των μαζών, που εκπορεύονται από ένα αδίστακτο πολιτικοοικονομικό σύστημα. Ο μικροαστισμός, έχει διαβρώσει κάθε έννοια τάξης, ηθικής και συνείδησης, με αποτέλεσμα η αντίσταση στο καθεστώς εκποίησης, λεηλασίας και προτεκτοράτου, να είναι αδύνατη χωρίς το σπάσιμο των ομφάλιων λώρων της οικογενειοκρατίας και των δεσμών αίματος. Αυτοί, οι θεσμοί έχουν προωθήσει την κατάσταση σήψης και αποβλάκωσης στο σύγχρονο Έλληνα. Το φαινόμενο αυτό, της Μαζοποίησης, περιγράφηκε θαυμάσια στο συλλογικό έργο των: Kraus, Adorno, Macdonald, Arendt, Shils, Parsons, Williams, Morin, Baudrillard. Το έργο έχει τίτλο « Η κουλτούρα των Μέσων-ΜΑΖΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΤΙΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ», Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Θα γίνει μια παρουσίαση εκτενής των κειμένων τριών σπουδαίων διανοητών.

 

ΜΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΖΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

 

Ο Dwight Macdonald, ήταν ένας σπουδαίος κριτικός της κουλτούρας στις Η.Π.Α. Αρχικά Τροτσκιστής τη δεκαετία του ’30, στράφηκε στον Αναρχισμό αργότερα. Δούλεψε για το Time και το Fortune, από το 1929 έως το 1934, μετά εξέδιδε το Partisan Review, από το 1937 έως το 1943 και αργότερα δούλεψε ως κριτικός και δημοσιογράφος στο The New Yorker. Το δοκίμιο για τη Μαζική Κουλτούρα γράφτηκε το 1953. Ας δούμε, τι περιέχει.

Στις σελίδες 57-83 του βιβλίου, ο Macdonald αναλύει τη θεωρία του για τη φύση και τα είδη της κουλτούρας. Χωρίζει την κουλτούρα σε δυο κατηγορίες: την Υψηλή και την Μαζική που φτιάχνεται για την αγορά. Η άλλη ονομασία της Μαζικής Κουλτούρας είναι λαϊκότροπη, ή δημοφιλής.

Η Μαζική κουλτούρα προέκυψε από την ανάγκη των επιχειρήσεων να πουλούν πολιτιστικά προϊόντα στις αφυπνισμένες μάζες. Σε αυτό, βοήθησε η ανάπτυξη της δημοκρατίας και της παιδείας. Η μαζική κουλτούρα είναι μια παρασιτική μορφή της Υψηλής Κουλτούρας ειδικά για τις μάζες. Ο γερμανικός όρος είναι Kitsch. Το κιτς εκμεταλλεύεται την υψηλή κουλτούρα ή καλύτερα απομυζά ότι καλύτερο διαθέτει για να καταλήξει  να είναι άσχετη. Πρέπει να σημειωθεί δε, πως η μαζική κουλτούρα δεν είναι η συνέχεια της λαϊκής τέχνης αλλά κάτι τελείως διαφορετικό. Η λαϊκή τέχνη, ήταν η τέχνη των απλών ανθρώπων που αποκομμένοι από το σύστημα ανέπτυσσαν μια άλλη τέχνη μακριά από την Υψηλή, αποκλειστικά ικανοποιώντας δικές τους ανάγκες. Αντίθετα, η Μαζική Κουλτούρα φτιάχνεται άνωθεν, εκμεταλλεύοντας την αμάθεια των ανθρώπων, εκχυδαΐζοντας την αισθητική και ακρωτηριάζοντας κάθε ομορφιά και δημιουργικότητα. Μπορούμε να πούμε, υποστηρίζει ο συγγραφέας, πως η Μαζική Κουλτούρα είναι ένα από τα μέσα της άρχουσας τάξης, για την ενσωμάτωση των μαζών στο σύστημα.

Ο Macdonald υποστηρίζει, πως στην κουλτούρα ισχύει ότι και στην οικονομία: ο νόμος του Γκρέσαμ. Η κακιά κουλτούρα πετάει έξω την καλή. Έτσι λοιπόν, η ηγεμονία της μαζικής κουλτούρας αναγκάζει την υψηλή σε ανταγωνισμό ή σε συγχώνευση. Το πρόβλημα όμως που δημιουργείται, είναι ότι τα όρια μεταξύ υψηλής και μαζικής κουλτούρας είναι πολύ θολά. Αυτό το καταλαβαίνουμε, όταν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού αντιμετωπίζει το δίλλημα ποιο είδος τέχνης να ακολουθήσει, σε σημείο να είναι πορώδης η αισθητική τους. Στο μυαλό δηλαδή των περισσότερων η υψηλή και η μαζική κουλτούρα είναι είτε απλώς μια επιλογή είτε ένα ενιαίο πράγμα χωρίς ιδιαίτερες διαχωριστικές γραμμές. Σε αυτή την κατάσταση αναγκαστικά κυριαρχεί το κιτς.

Δεν μπορούμε όμως να υποτιμάμε τη δυναμική του. Αναμιγνύει τα πάντα, καταρρίπτει αξίες και ιδανικά, καταργεί ταξικούς φραγμούς και παράδοσης κάνοντας τα  σαλάτα. Το αποτέλεσμα είναι ο θεατής να χάνει την κριτική του σκέψη-όχι όμως μόνο σε πολιτιστικό επίπεδο. Εάν ρίξουμε μια ματιά σε πολλά περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας, ειδικά των εφημερίδων- όπως το BHMAGAZINO, το Κ- θα δούμε ότι αναμιγνύονται την ίδια στιγμή διαφημίσεις ξενοδοχείων 5στερων, με συνεντεύξεις διασήμων τραγουδιστών και πολιτικά άρθρα, καθώς και διαφημίσεις κουζινών για όλες τις τσέπες και τα γούστα. Ο αναγνώστης γίνεται καταναλωτής φτήνιας, ενώ νομίζει πως κάνει κάτι σπουδαίο και σοβαρό.

Πως όμως αντιδρά η Υψηλή κουλτούρα και η πνευματική ελίτ στην εισβολή του κιτς ; Εκδηλώνεται κυρίως με δυο τρόπους. Αρχικά μέχρι το 1930, αναπτύχθηκαν δυο ρεύματα: ο Αβανγκαρντισμός και ο Ακαδημαϊσμός. Ο Ακαδημαϊσμός είναι το κιτς για την ελίτ. Σήμερα εν Ελλάδι, θα ήταν η «κουλτούρα» του Ποταμιού και του χώρου του Κέντρου, του Εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ και των γκουρμέδων μεταρρυθμιστών. Είναι ένα φτιαχτό είδος που απευθύνεται στα διψασμένα για αναγνώριση ανερχόμενα μεσοστρώματα, που αναζητούν απεγνωσμένα ένα στήριγμα πολιτιστικό και θέλουν να ανταγωνιστούν τις μάζες που τόσο περιφρονούν. Αντίθετα η Avant Garde, είναι στην ουσία η περιχαράκωση των πραγματικών καλλιτεχνών στη βάση μιας προσπάθειας προστασίας των νησίδων κουλτούρας, απέναντι τόσο στον Ακαδημαϊσμό, όσο και στη Μαζική κουλτούρα. Με αυτήν, συντάσσονταν καλλιτέχνες σαν τον Στραβίνσκι, τον Πικάσο και τον Τζόυς. Αναπτύχθηκε κυρίως την περίοδο 1890-1930, μετά όμως κατέπεσε λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αυτοί οι διαχωρισμοί δεν κράτησαν πολύ. Η Μαζική Κουλτούρα αποκτά σταδιακά, χαρακτηριστικά και των δυο ρευμάτων. Αναδύεται μια κουλτούρα «Μέσης Στάθμης», την ονομάζει ο Macdonald ‘’Midcult’’. Είναι ένα ιδιόρρυθμο υβρίδιο που γεννήθηκε «…από την παρά φύση συνουσία των δύο ρευμάτων…». Έχει χαρακτηριστικά και των δυο, από τη μια η ενσωματωμένη αντίδραση και η ηδονή του πλήθους με κάθε μέσο και από την άλλη, η κάλυψή τους με ένα πέπλο καθωσπρεπισμού Υψηλής Κουλτούρας. Είναι ο εκφυλισμός της Υψηλής κουλτούρας και όχι το ανέβασμα της μαζικής. Είναι το χυδαίο και εξεζητημένο κιτς. Η συγχώνευση αυτή, έχει ως αποτέλεσμα τον υποβιβασμό του θεάτρου και την ποιοτική αναβάθμιση του κινηματογράφου όσον αφορά τις Τέχνες. Καλύτερη διασκέδαση, αλλά χειρότερη τέχνη.

Ο Macdonald μας πηγαίνει  επίσης, στον καταμερισμό της εργασίας. Υποστηρίζει πως, όπως και στον Καπιταλισμό με την ανάπτυξη της τεχνικής έχουμε και αύξηση του καταμερισμού της εργασίας, έτσι συμβαίνει και στη μαζική κουλτούρα. Ο συνθέτης μουσικής στο Χόλλυγουντ δεν επιτρέπεται πια να κάνει τις δικιές του ενορχηστρώσεις, ενώ σε μεγάλα περιοδικά όπως το Time και το Newsweek, οι δημοσιογράφοι βασίζονται σε ένα μεγάλο σώμα ειδικών και γραφιάδων που συλλέγουν πληροφορίες και έτσι οι δημοσιογράφοι απλώς διεκπεραιώνουν και δεν καινοτομούν. Πλέον, μια μεγάλη εφημερίδα μοιάζει με ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων: πλήρης εξειδίκευση και τυποποίηση. «Οι εργάτες της τέχνης είναι τόσο αλλοτριωμένοι από το διανοητικό τους έργο, όσο και ο βιομηχανικός από το χειρωνακτικό του. Τα αποτελέσματα είναι τόσο κακά από άποψη ποιότητας όσο είναι εντυπωσιακά από άποψη ποσότητας», σημειώνει ο συγγραφέας.

Μία ακόμη αρνητική επίδραση του ομογενοποιημένου κιτς, είναι η θολούρα στη διάκριση των ηλικιών, δηλαδή μεταξύ μεγάλων και μικρών. Πράγματι, μια ένδειξη είναι οι πολλές πωλήσεις κόμικς από μεγάλους. Το φαινόμενο αυτό, ονομάζεται παλιμπαιδισμός και αφορά τους μεγάλους που δραπετεύουν από την ηλικία τους και συμπεριφέρονται σαν νέοι.  Από την άλλη ολοένα και περισσότεροι μικροί, παρακολουθούν ταινίες που κάποτε μόνο μεγάλοι απολάμβαναν όπως π.χ. οι ταινίες τρόμου. Οι μικροί, εκδηλώνουν μια έντονη σεξουαλική και ορμονική ανάπτυξη. Έτσι εξηγείται, πώς η νέα γενιά ξεπαρθενεύει από την εφηβεία ακόμα, κάτι που παλαιότερα δεν συνηθίζονταν. Ο μαμαδισμός και η λατρεία της νεότητας εμφανίζονται και εξαπλώνονται όλο και περισσότερο.

Τι συμβαίνει με τα πρότυπα  και τα είδωλα των καταναλωτών; Και αυτά αλλάζουν. Ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα είδωλα στα περιοδικά εμφανίζονταν επιχειρηματίες, πολιτικοί και επαγγελματίες, μετά τη δεκαετία του ’40 είδωλα ήταν αθλητές και σταρ του σινεμά. Το σημαντικό πια, είναι η τύχη που κουβαλά ο καθένας και όχι οι ικανότητες του. Έτσι δημιουργείται στο κοινό η φρούδα ελπίδα, ότι «εγώ θα μπορούσα να γίνω πλούσιος» ενώ καταστέλλονται όλες οι φιλοδοξίες και οι προσπάθειες του ατόμου αφού δεν υπάρχει λόγος να αγωνίζεται κανείς: όλοι προσκυνάμε τον τροχό της τύχης.

Ας δούμε όμως το πρόβλημα των μαζών. Υπήρχαν διάφορες προσεγγίσεις, τόσο συντηρητικές όσο και ριζοσπαστικές. Οι συντηρητικοί σχολιαστές πίστευαν, πως πρέπει πάλι να ορθωθούν τα ταξικά τείχη και να υποβληθούν οι μάζες σε αριστοκρατικό έλεγχο. Οι μαρξίζοντες θεωρούσαν τις μάζες υγιείς και άρα θα έπρεπε να αλλάξουμε το προϊόν που αυτές καταβροχθίζουν, θεωρώντας τη μαζική τέχνη σαν μια έκφραση ανθρώπων. Ο Macdonald όμως απορρίπτει και τις δυο απόψεις. Η κουλτούρα, υποστηρίζει, φτιάχνεται από ανθρώπους για ανθρώπους. Εδώ όμως έχουμε μάζες. Ένα πλήθος στο χώρο και στο χρόνο που έχει απολέσει κάθε τι ανθρώπινο. Ο μαζάνθρωπος είναι στην ουσία όχλος. Δεν είναι έθνος ή λαός, οπότε και υπερισχύουν τα κοινά συμφέροντα τάξης ή ηθικής, οικογενειακές αξίες κλπ. Στο έθνος, το άτομο ως ύπαρξη και ως μέρος ενός συνόλου έχει μεγαλύτερη αξία. Στη μάζα όμως εκμηδενίζεται. Οι κοινές αξίες της μάζας είναι ελάχιστες και γι’ αυτό πολύ εύκολα αλλάζουν τα γούστα και οι προτιμήσεις. Η ηθική και το γούστο της υποβιβάζονται στο επίπεδο των πιο βάρβαρων μελών της. Σαν κοπάδι τους αντιμετωπίζουν και οι διαμορφωτές γνώμης. Τι θέλει το κοινό; Αναρωτιούνται και εννοούν αυτόν τον όχλο.

Με αυτές τις εξελίξεις και τα δεδομένα, το μέλλον για την υψηλή κουλτούρα προδιαγράφεται δυσοίωνο. Η Αβάντ Γκαρντ πεθαίνει καθώς προχωρά η ομογενοποίηση υψηλής και μαζικής κουλτούρας. Ειδικότερα, στην αμερικάνικη διανόηση, λέει ο συγγραφέας, η ιντελιγκέντσια είναι μικρή και αδύναμη χωρίς πιθανότητα αύξησης της επιρροής της.

Στη μαζική κουλτούρα τα πράγματα θα γίνουν ακόμα χειρότερα πιστεύει ο Macdonald. Σε αντίθεση με πολλούς φιλελεύθερους που πιστεύουν ότι γίνεται να βελτιωθεί η μαζική κουλτούρα, ο Macdonald τους καταλογίζει λάθη στην ερμηνεία της συμπεριφοράς του κοινού. Πιστεύουν αυτοί, ότι ο εκφυλισμός της κοινωνίας οφείλεται σε υποκειμενικούς παράγοντες: όπως η βλακεία ή η διαστροφή. Ενώ ο συγγραφέας πιστεύει, πως οι μηχανισμοί της μαζικής κουλτούρας υποτάσσουν τους ανθρώπους στα γρανάζια τους και έτσι καταλήγουν να καταναλώνουν  οτιδήποτε τετριμμένο. Τα προϊόντα κιτς τείνουν πάντα προς τα κάτω και οτιδήποτε πρωτότυπο τυποποιείται. Ιδιαίτερος κίνδυνος υπάρχει στη λαϊκή μουσική τη σημερινή εποχή, ή αυτό που εμφανίζεται ως λαϊκή. Καθότι, οι νέοι καλλιτέχνες στερούνται δύναμης αναχαίτισης της μαζικής κουλτούρας και των ανθρώπων του χρήματος. Στο τέλος εξαγοράζονται και υποτάσσονται και γίνονται mainstream. Έτσι συνέβη με τους καλλιτέχνες της ραπ στις Η.Π.Α που έχουν γίνει τελείως πειθήνιοι με τις δισκογραφικές εταιρίες  και την αγορά, και οι πλέον αντισυστημικοί στα νιάτα τους, τώρα γίνονται απολογητές του συστήματος, με φιλανθρωπίες κλπ. Στην Ελλάδα το ίδιο ισχύει με το έντεχνο που έχει κατακλύσει την αριστερά και τους χιπστεράδες.

 

 Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΖΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ

 

Ο Theodor Adorno υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διανοητές της Σχολής της Φρανκφούρτης μαζί με τον Horkheimer , τον Markouze, τον Erich Fromm, τον Jurgen Habermas- θεμελίωσε τη σχολή της Νέο-Μαρξιστικής κοινωνικής θεωρίας. Στις σελίδες 89-114 του βιβλίου καταπιάνεται με το ζήτημα της διαμόρφωσης της μαζικής κουλτούρας και του ρόλου της τηλεόρασης.

Ο Αντόρνο, ήταν από τους πρώτους που εισήγαγε τον όρο «Πολιτιστική Βιομηχανία», μαζί με τον Horkheimer το 1947, σε μια διάλεξη στο Άμστερνταμ. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για κάτι κομμένο και ραμμένο με βιομηχανικό τρόπο αποκλειστικά για κατανάλωση. Τα προϊόντα της πολιτιστικής βιομηχανίας ονομάζονται και Μαζική ή Λαϊκότροπη κουλτούρα. Θεωρεί, ότι τα θεμέλια τέθηκαν τέλη του 17ου και αρχές του 18ου στη μεσοαστική Βρετανία. Από τότε η λαϊκότροπη κουλτούρα έχει εξελιχθεί δυναμικά. Δεν περιλαμβάνει μόνο μυθιστορήματα αλλά έχει καταλάβει κάθε τομέα της καλλιτεχνικής έκφρασης. Με τη ραγδαία εξάπλωσή της, επηρεάζει και εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού που πριν δεν επηρέαζε: τους αγρότες και τους πολύ μορφωμένους. Έχει επίσης τη δυνατότητα να ενσωματώνει όλα τα παλιά πρότυπα και να τα ανακατεύει με τα σημερινά. Η σύγχρονη μαζική κουλτούρα είναι σίγουρα ένα μέσο ψυχολογικού ελέγχου των μαζών από το σύστημα. Αυτό συμβαίνει, επειδή η επαναληπτικότητα και το παρόμοιο στυλ που υπάρχουν σε όλα σχεδόν τα έργα, αυτοματοποιούν τις αντιδράσεις και εκμηδενίζουν όποια αντίδραση αυθόρμητη υπάρχει μέσα μας. Η έλλειψη πλοκής και η επιφανειακή ένταση είναι χαρακτηριστικά του σύγχρονου μυθιστορήματος καθώς και των τηλεοπτικών σειρών ή ταινιών. Ξέρεις πότε τελειώνουν και πως. Οι δυνατές συγκινήσεις λείπουν ολοένα και περισσότερο.

Πρέπει πάντως να σημειωθεί πως η παλιά κοινωνική δομή που παρήγαγε πολιτισμό δεν υπάρχει πια. Ούτε η μορφωμένη ελίτ ούτε όμως και το αναλφάβητο κοινό. Αντίθετα, υπάρχει μια αδύναμη ιντελιγκέντσια χωρίς σπουδαία επιρροή και ένα κοινό που διψάει για νέα προϊόντα. Απαιτεί την καλύτερη τυποποίηση και τεχνική, ταυτίζοντας τα πολιτιστικά προϊόντα με άλλα όπως αυτοκίνητα π.χ. ή αεροπλάνα. Το χειρότερο είναι ότι νομίζουν πως ο καταναλωτής, δηλαδή οι ίδιοι, επιδρά στον παραγωγό ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Οι αλλαγές στο ακροατήριο όμως συνοδεύτηκαν και από αλλαγές στον μέσο ανθρωπότυπο. Οι παλαιότερες γενιές Αγγλοσαξόνων αλλά και Ευρωπαίων σε κάποιες περιπτώσεις, επηρεασμένοι από το πνεύμα του Πουριτανισμού έβγαζαν μια εσωστρέφεια. Εσωτερίκευαν την εξουσία τους και κατευθύνονταν στις επιλογές τους και τις προτιμήσεις τους από κάτι βαθύ και συνάμα προσωπικό. Στις απομονωμένες κοινότητες της Βρετανίας και των Η.Π.Α αυτό ήταν μια ένδειξη ατομικισμού. Στη σημερινή εποχή της Μαζικής Επικοινωνίας, ο μέσος άνθρωπος ετεροκαθορίζεται. Ρόλο δεν παίζει η ατομική πρωτοβουλία, αλλά το τι λένε οι συνομήλικοι και γενικά οι ομάδες «ομότιμων». Ο μέσος άνθρωπος γίνεται μαζάνθρωπος και ακολουθεί αναγκαστικά τάσεις και ροπές των υπολοίπων ή των προτύπων του. Οι παλιοί εσωστρεφείς και έντονοι χαρακτήρες των λαϊκότροπων μυθιστορημάτων,  έχουν αντικατασταθεί από συνηθισμένους και τυποποιημένους ανθρώπους. Παράλληλα, η παλιά ισορροπία που διατηρούσε η παλιά λαϊκότροπη κουλτούρα με την πραγματικότητα και την ιδεολογία των ανθρώπων, διαταράσσεται στη σημερινή εποχή καθώς, υποστηρίζει ο Αντόρνο, οι αξίες της μαζικής κουλτούρας απευθύνονται σε μια ανύπαρκτη μεσοαστική κοινωνία του 19ου αιώνα και όχι τη σημερινή (εννοεί τη δεκαετία του ’50).

Ωστόσο, θα παρατηρήσουμε ότι τα δεδομένα έχουν δραματικά αλλάξει. Στη μεταβιομηχανική και μεταμοντέρνα εποχή, ο καθωσπρέπει συντηρητισμός έχει δώσει τη θέση του σε έναν καθωσπρέπει προοδευτισμό, τόσο χυδαίο, που μετά σαν αντίβαρο εμφανίζεται το αντιδραστικό πρότυπο για να φέρει την ισορροπία. Το αποτέλεσμα είναι το χάωμα και το μπουρδούκλωμα  ξεπερασμένων και νέων (ανύπαρκτων) «αξιών». Βέβαια, ο στόχος της μαζικής κουλτούρας δεν άλλαξε. Ήταν και παραμένει η ενσωμάτωση στο σύστημα δια μέσου του χάους σήμερα και όχι της ελάχιστης απαιτούμενης συνοχής όπως κάποτε. Οι οδηγίες και τα μηνύματα παραμένουν: η κοινωνία είναι ο νικητής και το άτομο μια μαριονέτα που ξέρει να ηττάται. Ο «Ρεαλισμός» υπερισχύει του ιδεαλισμού και η ταύτιση με την κατεστημένη τάξη υπερισχύει της τάσης χειραφέτησης και ανατροπής στο άτομο και την κοινωνία.

Εν συνεχεία πηγαίνουμε στην τηλεόραση και τα ΜΜΕ. Τι συμβαίνει με το μήνυμά τους; Ο Αντόρνο υποστηρίζει, πως το μήνυμα διαρθρώνεται σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα και όλα μαζί συμβάλλουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Υπάρχει το φανερό μήνυμα που συναρπάζει αλλά και το κρυφό που αν και πιο σημαντικό καταφέρνει να παρακάμψει τις αντιστάσεις του εγκεφάλου και εισχωρεί στο ασυνείδητο. Το κρυφό μήνυμα επιδιώκει να υποστηρίξει τις τάσεις υποταγής στο σύστημα και τον «ρεαλισμό» της εξουσίας, ακόμα και αν το φανερό μήνυμα φανερά αντιτίθεται. Οι σημερινές εκπομπές με αυτήν την αλληλεπίδραση, προωθούν τη νωθρότητα και τη βλακεία που ταιριάζουν σε ολοκληρωτικά καθεστώτα και όχι σε δημοκρατικά. Η πολιτιστική βιομηχανία δένει το θεατή στα νήματα της, τον τυλίγει και έτσι τον δεσμεύει να υιοθετήσει αντιδράσεις και συμπεριφορές που η ίδια έχει προκαθορίσει και επιθυμεί.

Μια άλλη δύναμη της τηλεόρασης, είναι η δύναμη της να ορίζει τόσο τη στάση του θεατή σε μια ταινία, όσο και τις προσδοκίες που έχει από ένα πολιτιστικό προϊόν. Έτσι, αυτοματοποιούνται οι αντιδράσεις μας: αν μια ταινία δράσης δεν έχει γρήγορη εξέλιξη είναι κακή, ασχέτως εάν ο πλούτος των συναισθημάτων και του δράματος είναι εξαιρετικός. Επίσης, ξέρουμε εκ των προτέρων την κατηγορία που ανήκει το κάθε τραγούδι ή μουσικό προϊόν γενικά, ανάλογα με τις ταμπέλες που έχουμε στο μυαλό μας ακόμα και τις συνθήκες, τις περιστάσεις και το ποιόν των ανθρώπων που εκφράζει: π.χ. η Λίμνη των Κύκνων ή η Όπερα είναι «σοβαρή μουσική», η metal των Metallica εκφράζει την «αποδόμηση, χάος, αναρχία» κλπ., χωρίς απαραίτητα να ισχύουν αυτά τα πρότυπα. Σε αυτή τη κατάσταση, ωθούμαστε να βλέπουμε καθημερινά, απλά γεγονότα και πράγματα ως σκηνικά ταινίας και εξωπραγματικών ή ασυνήθιστων καταστάσεων. Έτσι εξηγούνται πολλές παραβατικές συμπεριφορές εφήβων και όχι μόνο. Οι προκατειλημμένες ιδέες, εδράζονται σε στερεότυπα που απέχουν αρκετά από την πραγματικότητα. Είναι οι υποδοχές της εμπειρίας, αυτά που φαινομενικά συγκρατούν τους θεατές από το απόλυτο χάος, ας πούμε παράγων συνοχής της συμπεριφοράς.

Τέλος, ο Αντόρνο καταπιάνεται με την κατασκευή των στερεοτύπων. Πως φτιάχνονται; Για να φτιαχτούν για το κοινό, αξιοποιείται ένα τέχνασμα, αυτό της πλαστής προσωποποίησης αντικειμενικών ζητημάτων. Ο εχθρός π.χ. είναι κάτι τόσο απόλυτα κακό ή σαδιστικό, ενώ ο φίλος είναι κάτι ιδανικό και απόλυτα ηθικό. Παράλληλα, η τηλεόραση έχει την τάση να απαξιώνει σε προσωπικό επίπεδο οτιδήποτε η ανθρωπότητα ή το σύστημα έχει απορρίψει. Ας πούμε ο Χίτλερ, πότε παρουσιάζεται ως γελοίος και πότε ως παράφρων αλλά σίγουρα όχι ως εκπρόσωπος κάποιων συμφερόντων ή ιδεολογίας. Αυτό έχει σημαντική επίπτωση στην ανάγνωση της ιστορίας, όσο και της πολιτικής πραγματικότητας των πολιτών των δυτικών κυρίως χωρών. Η τηλεόραση και η πολιτιστική βιομηχανία επίσης, επιδιώκει και την απαξίωση της μάθησης  δια μέσου της κατασκευής σεξουαλικών προτύπων. Είναι τυχαίο που η διανόηση παρουσιάζεται στους άντρες σαν αδυναμία; Μάλιστα πολλές φορές υπονοείται και ομοφυλοφιλία ή εκθηλυσμός, απλώς και μόνο γιατί δεν είναι άνθρωποι της δράσης (μόνο αυτοί είναι άντρες για το σύστημα). Έτσι επιτυγχάνεται και αντιστροφή των ρόλων αντρών-γυναικών. Η σεξουαλικότητα πολλές φορές δια μέσου της τηλεόρασης καταλήγει να είναι εμπόρευμα.

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

 

Το τελευταίο κείμενο που θα ασχοληθούμε, είναι της Hannah Arendt. Η Άρεντ, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γερμανία. Διώχθηκε από το ναζιστικό καθεστώς κι έζησε στη Γαλλία από το 1933 ως το 1941, οπότε κατέφυγε στις ΗΠΑ και στον «παράδεισο» της Νέας Υόρκης πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της, διδάσκοντας στο πανεπιστήμιο, συγγράφοντας άρθρα και βιβλία και δίνοντας διαλέξεις. Σε σειρά αμφιλεγόμενων άρθρων της σε περιοδικό – που αργότερα εκδόθηκαν σε βιβλίο- με τίτλο «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η κοινοτοπία του κακού» – η συγγραφέας ανέλυε φιλοσοφικά τις εντυπώσεις και σκέψεις της για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, που διέπραξε ο Άϊχμαν. Και αυτά συνίσταντο, έτσι απλά, στο ότι ο Ναζί είχε σταματήσει να σκέφτεται ελεύθερα και ανεξάρτητα…Εδώ ασχολείται με τη μαζική κοινωνία και την κουλτούρα.

Υποστηρίζει, πως η μαζική κοινωνία εμφανίζεται, όταν η πλειονότητα του πληθυσμού, ενσωματώνεται στην κοινωνία. Λέγοντας κοινωνία, εννοεί εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού που διαθέτουν  ευμάρεια και χρόνο για να εκτιμήσουν τα αγαθά του πολιτισμού και της γνώσης. Επομένως, μαζική κοινωνία έχουμε, όταν οι μάζες απελευθερώνονται από τα σιδερένια δεσμά της εργασίας και μπορούν να διοχετεύσουν την ενεργητικότητα τους αλλού.

Η συγγραφέας, δεν θεωρεί πως η ψυχολογία του όχλου προέκυψε ξαφνικά με την παγίωση της επιρροής της Πολιτιστικής Βιομηχανίας. Αντίθετα υποστηρίζει, πως υπήρχε στην καλή κοινωνία του 18ου-19ου αιώνα, πολύ πριν εμφανιστεί η μαζική κοινωνία. Χαρακτηριστικά όπως η μοναξιά, η έλλειψη κριτηρίων, η ροπή προς κατανάλωση καθώς και η αλλοτρίωση ήταν στοιχεία των ελίτ και όχι του λαού. Είναι λάθος ορισμένων που κατηγορούν τη μαζική κουλτούρα και θεωρούν τα παλαιότερα φαινόμενα της κοινωνίας και της κουλτούρας ως Χρυσή Εποχή. Μας πηγαίνει, στον όρο «φιλισταϊσμός». Τι είναι ο φιλισταϊσμός;  Στο παρελθόν, σήμαινε στη Γερμανία την τάση ορισμένων ανθρώπων να βλέπουν φαινόμενα όπως η Τέχνη και η Κουλτούρα τελείως χρησιμοθηρικά και υλιστικά, με συνέπεια την ακαλλιεργησία. Αργότερα όμως, η κουλτούρα έγινε το μέσο κάποιων στρωμάτων-μεσαίων κυρίως-για να ανέβει κάποιος κοινωνικά-πολιτιστικά και έτσι ο μορφωμένος φιλισταίος, να αυτοϊκανοποιείται διαβάζοντας κλασικούς, χωρίς κατ’ ανάγκη να αντιλαμβάνεται τα νοήματα (φαινόμενο που μας ταλαιπωρεί και σήμερα από κάθε λογής χιπστερο-εναλλακτικούς και νωθρούς των γραμμάτων και των τεχνών). Οι Η.Π.Α γνώρισαν το πρώτο είδος, ενώ η Ευρώπη το δεύτερο.

Στη σημερινή εποχή, λέει η Άρεντ, το καθήκον μας είναι να ξαναδιαβάσουμε όλους τους κλασικούς του παρελθόντος, να επανασυνδέσουμε το παρελθόν με το παρόν. Αλλά εμπόδιο σε αυτό, θεωρεί η Άρεντ, στέκεται η μαζική κουλτούρα πολύ λιγότερο από ότι η καλή και μορφωμένη κοινωνία. Καινοτόμα προσέγγιση, που οι άλλοι δύο συγγραφείς δεν είχαν αναδείξει. Το πρόβλημα ξεκινά, όχι τόσο με τη μαζική κοινωνία αλλά με την αντιμετώπιση της από την ελίτ, με μια νοσταλγία για την  παλιομοδίτικη  και σνομπ διάκριση σε «υψηλής», «μέσης» και «χαμηλής» Παιδείας. Τα ίδια τα έργα με τη σειρά τους, αν και αθάνατα, αποκτούν εκλέπτυνση και θέση τέτοια, που δεν συγκινούν τα πλήθη και έτσι η λέξη κουλτούρα απευθύνεται στην ελίτ και προκαλεί δυσπιστία στις μάζες, ακριβώς επειδή η ανάγνωση των έργων ήταν το μέσο της τελειότητας και της διεύρυνσης της Παιδείας των αστών. Κάτι πέρα και πάνω από τον άνθρωπο λοιπόν και όχι κάτι γήινο. Οι τέχνες δεν είναι τυχαίο ότι ανέκαμψαν όταν η θέση της άρχουσας τάξης αμφισβητήθηκε έντονα στις αρχές του 20ου αιώνα.

Τι θέση είχε όμως η Κουλτούρα μέσα στην κοινωνία; Η κουλτούρα μέσα στην κοινωνία (όχι στη μαζική κοινωνία) ήταν πολύ απλά εμπόρευμα-μια ανταλλακτική αξία που ο αστός τη χρησιμοποιούσε σαν μέσο ανόδου κοινωνικά. Με αυτόν τον τρόπο, η κουλτούρα έπαψε να μαγεύει και να έλκει. Η μαζική κοινωνία όμως, προχωρά παρακάτω: καταναλώνει ή καλύτερα καταβροχθίζει. Δεν επιδιώκει την κουλτούρα αλλά την διασκέδαση. Χρειάζεται έτσι προϊόντα για να καταβροχθίσει όπως αντίστοιχα με το ψωμί,  ή το κρέας π.χ. Ο άνθρωπος, αλλοτριωμένος από την εργασία του και τις έγνοιες, καταφεύγει στη διασκέδαση στον ελεύθερο χρόνο του και καταλήγει μονοδιάστατος. Το γεγονός, ότι ο φιλισταίος κατηγορεί την «πλέμπα» για τη διασκέδαση της, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η διασκέδαση είναι κομμάτι της βιολογικής διαδικασίας, συνιστά τουλάχιστον υποκρισία. Η Άρεντ προσθέτει, πως η κουλτούρα δεν απειλείται από τη διασκέδαση των μαζών τόσο, όσο από την υποκρισία των σνομπ.

Προχωρώντας παραπέρα στην «αιρετική» της τοποθέτηση, η Άρεντ, επιμένει πως το πρόβλημα δεν είναι η μαζική κοινωνία καθεαυτή, αλλά η πολιτιστική βιομηχανία, κάνοντας έτσι έναν σαφή και χρήσιμο διαχωρισμό. Έχοντας αποβλακώσει τις μάζες, η πολιτιστική βιομηχανία και ένα μέρος της ελίτ, βρίσκονται υπό τη διαρκή πίεση να παράγουν προϊόντα ξανά και ξανά με προπαρασκευή και μεταποίηση των ήδη υπαρχόντων και έτσι καννιβαλίζει οτιδήποτε αξιόλογο έχει παράξει η επιστήμη και ο πολιτισμός. Μπορεί ας πούμε ένα βιβλίο χαμηλής «υποστάθμης» ή εξαιρετικής ποιότητας να καταφέρει να πουλήσει σε ευρύ κοινό μεγάλο αριθμό αντιτύπων. Αυτό δεν είναι πρόβλημα, δηλαδή η μαζικότητα του. Πρόβλημα είναι, όταν αυτό το βιβλίο γίνεται ταινία και αναγκαστικά διασκευάζεται και στην ουσία ποδοπατιέται η οποιαδήποτε αξία του. Δεν πρέπει να μας ανησυχεί επομένως τόσο η μαζική κοινωνία ή η μαζική κουλτούρα αλλά η παρακμή της. Ο σημερινός διανοούμενος, δεν κινδυνεύει τόσο από τη μαζική κουλτούρα όσο από τις στρατιές χαρτογιακάδων επαγγελματιών που ανασκευάζουν και συνοψίζουν-σχολιάζουν τα έργα, μεταλλάσσοντας τα δραστικά. Οι ατζέντηδες και οι άνθρωποι των εκδοτικών οίκων ή δισκογραφικών εταιριών είναι ο εφιάλτης των σύγχρονων διανοούμενων και καλλιτεχνών και παράγοντας έντασης και στρες για αυτούς.

Συνοψίζοντας, η πηγή των κινδύνων για την κουλτούρα και εδώ είναι που συμπίπτουν οι δύο αντιπολιτιστικές διαδικασίες-του φιλισταϊσμού και της μαζικής κουλτούρας- είναι η ιδέα ότι κάθε αντικείμενο οφείλει να υποτάσσεται στις ανάγκες μιας κοινωνίας και να αποκτά μια λειτουργικότητα. Τότε είναι που το αντικείμενο αυτό καταστρέφεται! Αντίθετα, παραμένει πολιτιστικό ένα αντικείμενο στο βαθμό που αντέχει στο χρόνο. Αντέχει στο χρόνο όσο δεν το χρησιμοποιούμε με κριτήριο τη χρησιμότητά του αλλά της ομορφιάς του. Έτσι, λοιπόν, όταν ως κοινωνία υποτασσόμαστε στο κριτήριο της λειτουργικότητας ή χρησιμότητας τότε είναι βέβαια ότι ούτε κουλτούρα, ούτε ομορφιά θα υπάρχει. Για να διασώσουμε την κουλτούρα, καταλήγει η Άρεντ, χρειαζόμαστε φύλακες-εραστές της κουλτούρας, που εκτιμούν την τέχνη για την ομορφιά της και γνωρίζουν πως όλα στον κόσμο θα είναι μάταια χωρίς την ακτινοβολία ή το κάλος των έργων τέχνης και της ίδιας της τέχνης.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Και οι τρεις διανοητές υπήρξαν εξαιρετικά διορατικοί, σε μια εποχή που ούτε η μαζική επικοινωνία είχε τόσο εξαπλωθεί, ούτε ο άνθρωπος είχε τόσο αλλοτριωθεί. Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 είχαμε ευημερία για τη μεσαία τάξη, κράτος πρόνοιας, τρομερό βαθμό πολιτικών ελευθεριών και μια σταθερότητα πρωτοφανή στη δύση από τον Μεσοπόλεμο και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αμφισβήτηση των κυρίαρχων αξιών ήταν γεγονός. Και όμως, κάτι υπήρχε απειλητικό στον ορίζοντα. Πρώτος, στη λογοτεχνία το έκανε αισθητό ο George Orwell με το «1984» δείχνοντας πόση δύναμη μπορούν να έχουν τα ΜΜΕ σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Πόσο απέχουμε σήμερα; Όχι πολύ, άλλωστε ζούμε σε έναν ολοκληρωτικό καπιταλισμό που παίρνει χαρακτηριστικά φεουδαρχικά. Πλέον μοιάζει όλο και περισσότερο με το «1984» με τη διαφορά ότι δεν υποφέρουμε από έλλειψη πληροφορίας αλλά από υπερπληθωρισμό άχρηστης πληροφορίας. Παράλληλα, να σημειώσουμε πως ο εκφυλισμός και η παρακμή του δυτικού πολιτισμού, η κατάρρευση του αστικού πολιτισμού, η επέλαση του μεταμοντερνισμού, έχουν ισοπεδώσει κάθε έννοια κουλτούρας και τέχνης, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο. Πλέον, δεν υπάρχει το αντίπαλο δέος, η ΕΣΣΔ ή ο Τρίτος Κόσμος και η παγκόσμια ελίτ γεννά τέρατα.

Ο Dwight Macdonald μας εξηγεί πολύ απλά την εξέλιξη και την κατάληξη της μαζικής κουλτούρας, το ρόλο της και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για αυτά που έρχονται. Ο Adorno, μας μιλά για την τηλεόραση και την αποβλάκωση που φέρνει, ενώ η Arendt επιμένει στην αποδόμηση του φιλισταϊσμού σαν έννοια και περιεχόμενο, επικρίνει τον ελιτισμό των αστών και τους θεωρεί εν ολίγοις αυτούς υπεύθυνους για τα χάλια των μαζών, αφού λίγο πολύ αυτοί ξεκίνησαν τη διαδικασία αποχαύνωσης τους και πνευματικής καταστολής τους. Παράλληλα, δεν θεωρεί τόσο επικίνδυνη τη μαζική κουλτούρα αλλά την παρακμή της. Πράγματι, άλλο πράγμα η μουσική disco της δεκαετίας του ’70 και άλλο η pop του 2000. Καμιά σχέση μεταξύ τους. Να σημειώσουμε βεβαίως, πως η μαζική κουλτούρα, δεν αναπαράγει τα πρότυπα μιας ανύπαρκτης μεσοαστικής τάξης του 19ου αιώνα, αλλά καταργεί τα πρότυπα καθεαυτά και εισάγει μόνο είδωλα τόσο έκφυλα και παρασιτικά που απειλούν να ισοπεδώσουν κάθε τι στο πέρασμα τους. Στην μεταβιομηχανική εποχή το χάος είναι η απάντηση της ελίτ και όχι η τάξη. Ή καλύτερα, η τάξη δια μέσου του χάους. Πλέον, η στείρα συνοχή της Χρυσής Εποχής ήταν εμπόδιο για την άρχουσα τάξη και έτσι προτού προλάβει να καταρρεύσει και να αντικατασταθεί από κάτι αυθεντικά λαϊκό μετά το 1975 και τον Πόλεμο του Βιετνάμ και την κατάρρευση του Breton Woods, πρόλαβε και εγκαθίδρυσε κάτι απόλυτα νοσηρό και φαύλο, έτσι ώστε να αποδομήσει τους ίδιους θεσμούς που την κρατούσαν μέχρι τότε στην εξουσία. Κάτι ιδιοφυές και συνάμα ριψοκίνδυνο. Έτσι, θεσμοί όπως η οικογένεια, το σχολείο, η κοινότητα, το έθνος (σαν ιδέα πάντα) ακόμα και το κράτος, ρίχτηκαν στην πυρά. Δεν είναι τυχαίο, πως το πρότυπο της οικογένειας στις Η.Π.Α, είναι η διαλυμένη οικογένεια με ναρκωτικά και ενδοοικογενειακή βία, το ανύπαρκτο σχολείο άντρο της μαφίας και των πρεζάκηδων, η κοινότητα έχει αντικατασταθεί από επί μέρους κοινότητες: gay, μαύροι, Λατίνοι κλπ και ο ρόλος της θρησκείας έχει γίνει show με Τήλε-ευαγγελιστές να επηρεάζουν τη ζωή εκατομμυρίων πιστών οπαδών και όχι πολιτών, ενώ οι διασκεδαστές έχουν καταλάβει κάθε τηλεοπτική γωνιά και μεθούν τα πλήθη με τις αθλιότητες τους. Το κακό στο ζήτημα αυτό, είναι πως στην Ευρώπη ειδικά, δεν ήταν λίγοι που θαμπώθηκαν από τα νέα δεδομένα. Ειδικά η αριστερά του Μπερλιγκουέρ, αφού βυσσοδόμησε πάνω στον Γκράμσι και βίασε ανελέητα κάθε έργο του Μαρξ, επιδόθηκε αργότερα σε κοσμοπολίτικες μεταμοντέρνες επιδείξεις «συναίνεσης» και «συμβιβασμού» με την αστική τάξη, επιταχύνοντας τον εκφυλισμό και τον εκφασισμό της αστικής κοινωνίας. Πολλοί θεώρησαν πως η νέα εποχή του διαδικτύου ήταν μια ακόμα «επανάσταση», η παγκοσμιοποίηση μια καλύτερη συνεύρεση των λαών και αυτά στο όνομα επαναστατικών θεωριών. Λες και η ανατροπή θα έρθει με τις αλλαγές της αστικής τάξης, που και καλά είναι προοδευτικές. Τι ρόλο βαράει η μαζική κουλτούρα; Καλή ερώτηση. Αν πριν 50 χρόνια, ήταν απλώς το σαράκι της δημοκρατίας, σήμερα είναι μια χούντα, ένας ακόμη φασισμός. Με τη διαφορά ότι ποτέ τόσο ολοφάνερα ο φιλισταϊσμός δεν πήρε χαρακτηριστικά εξίσου ολοκληρωτικά. Με αποτέλεσμα να μην ξεχωρίζουν σε τίποτα απολύτως. Και τα δυο αποπροσανατολίζουν τις μάζες με τρόπο εξίσου απειλητικό. Ο φιλισταϊσμός δεν αφορά πια μόνο την ελίτ αλλά και τμήμα της μικροαστικής τάξης. Αυτό δεν το προέβλεψαν οι παραπάνω διανοητές.

 

Ποιο είναι το καθήκον της οργανικής διανόησης της εργατικής τάξης σήμερα; Να παρακινήσει τον κόσμο να πετάξει στην πυρά οτιδήποτε σάπιο ακόμα και αν αυτό δείχνει ολίγον «αυταρχικό». Η αλλαγή, προϋποθέτει κάποιες φορές μερικές εκπτώσεις στον «πολιτισμό» μας, που δεν συγκρίνονται με τις κατεδαφίσεις του πολιτισμού που έχουν επιφέρει οι εκμεταλλευτές μας! Πρέπει επίσης, να στηλιτεύσουμε την υποκρισία της θολοκουλτούρας, που αποκτά ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά και στο χώρο της αριστεράς (της «Προόδου») και απειλεί τη συνοχή της εργατικής τάξης και του λαού. Η υποκουλτούρα έτσι και αλλιώς έχει ξεφουσκώσει λόγω της κρίσης και όσο θα βαθαίνει η ύφεση τόσο θα χρεοκοπούν τα άθλια μαγαζιά-εστίες αυτής της ανομίας και ο «κόσμος» που επικροτεί αυτά τα τέρατα έτσι και αλλιώς δεν θα έχει λεφτά να τα στηρίξει. Ο δρόμος είναι ανοιχτός για εμάς λοιπόν !

 

 

 

 

.

 

This entry was posted in Η άλλη πλευρά by Paris Thasitis. Bookmark the permalink.

About Paris Thasitis

Είμαι ο Πάρις Θασίτης, ετών 21, φοιτητής Νομικής ΑΠΘ. Γεννήθηκα και μεγάλωσα τα περισσότερα χρόνια στη Θεσσαλονίκη, με ένα μικρό αλλά χρήσιμο διάλειμμα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου και αποφοίτησα από το Αβερώφειο Λύκειο της Ελληνικής Κοινότητας. Με την προσπάθεια αυτή του Altera Pars, επιδιώκω να συμβάλλω στην αναγέννηση της Ελληνικής κοινωνίας κατά το μέτρο του δυνατού πάντα, προς όφελος της υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων με τελικό στόχο την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση.

2 thoughts on “ΜΑΖΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

  1. ” Αλλά ακόμη και αν πράγματι αποτελεί παλιμπαιδισμό δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε την ανάγκη πολλών ανθρώπων να ξαναβιώσουν κάποιες παιδικές εμπειρίες. Αυτό δεν συνεπάγεται απαραίτητα κάποια νοητική έκπτωση, αφέλεια ή ανώμαλη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, αυτό που στο κείμενο χαρακτηρίζεται ως “παλιμπαιδισμός” μπορεί να μην εμφανίζεται τελικά ως επιρροή του κιτς αλλά ως έμφυτη ανάγκη για αναπόληση και βίωση εμπειριών που πολλοί συνδυάζουν με στιγμές ελευθερίας και ανεμελιάς. Θα μπορούσε κανείς να δώσει κι άλλες ερμηνείες για τον παλιμπαιδισμό από σκοπιά ψυχοδυναμική ή οτιδήποτε άλλο που δεν υπάρχει λόγος να αναπτύξω, απλώς, επαναλαμβάνω, αμφισβητώ το κατά πόσο το κιτς αποτελεί αιτία “παλιμπαιδισμού” ή απλώς μέσο. ” Καταρχάς είναι άποψη του συγγραφέα όχι δική μου, δεύτερον, μην ξεχνάς την εποχή που γράφτηκε: δεν υπήρχαα ισχυρά ΜΜΕ όπως σήμερα, τηλεόραση κλπ. Επομένως, μόνο ως αποτέλεσμα του κιτς μπορούσε να εμφανιστει ο παλιμπαιδισμος. Ακόμα όμως και έτσι να είναι, όπως τα λες δλδ, γιατί να καταφευγουν στις παιδικες τους αναμνησεις ; γιατι το να εισαι μικρος αποτελει ασφάλεια και όχι το αντιθετο ; Μηπως επειδη η πραγματικοτητα ειναι αθλια ; Επομενως μαλλον αφυσικο ειναι και οχι νορμάλ το φαινομενο αυτο…
    ”Για παράδειγμα, ξέρουμε ότι η εφηβεία έχει παραταθεί στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες λόγω (απ’ όσο γνωρίζω) της οικογενειακής εξάρτησης, γεγονός που πιθανώς επηρεάζει και τη σεξουαλική ανάπτυξη και συμπεριφορά. Απλά επισημαίνω ότι πίσω απ’ τις ανθρώπινες συμπεριφορές μπορεί να βρίσκεται ένας πολύ μεγάλος αριθμός παραγόντων και γι’ αυτό είναι καλύτερο να αποφεύγουμε φράσεις του τύπου “Έτσι εξηγείται”.” Η απάντηση μου ειναι παρόμοια με την παραπανω, γραμμενο στα 1953 δεν υπήρχαν πολλές αιτίες όπως σήμερα. Πάντως έιναι σίγουρα μία από τις βασικες…
    Τέλος, αναφορικά με τον ορισμό. Λάβε πάλι υπόψιν σου ότι μιλάει και έχει στο μυαλό του την αμερικανική κοινωνία και όχι τόσο τις πλουραλιστικές κοινωνίες του Νότου. Το κίτς αρκεί να καθορίζει το μεγαλύτερο μέρος της συμπεριφοράς σου για να θεωρηθείς μαζάνθρωπος. Η μάζα ούτως ή αλλως δεν ειναι και τοσο συμπαγης υπαρχει μόνο πρόσκαιρα, όχι μονιμα. Με αφορμη ενα γεγονος…Αλλωστε ξεχωριζει για τις απαιτησεις ενός ελάχιστου κοινου παρονομαστη, τιποτα παραπανω, σαφως και θα υπαρχουν διαφορες αλλά επουσιώδεις όχι σημαντικες. Το σημαντικο ειναι να γνωριζουμε ότι δεν υπαρχει προσωπικότητα στο υποκειμενο, εξαρταται απο τις διαθεσεις των αλλων παντα…

  2. Πάρι, καταρχάς μπράβο που συγκέντρωσες αυτή τη βιβλιογραφία και έθιξες ένα θέμα για το οποίο σπάνια γίνεται λόγος με εμπεριστατωμένο τρόπο.
    Θα μου επιτρέψεις να σχολιάσω δυο σημεία στα οποία φέρω αντίρρηση και τα οποία τυχαίνει να βρίσκονται κοντά μεταξύ στους στο κείμενο- έχοντας πάντα υπόψη ότι πολλές από τις ιδέες του κειμένου αποτελούν απλώς παραθέσεις και δεν τις ενστερνίζεσαι αναγκαστικά.

    Πιάνω όλη την παράγραφο : “Μια ακόμη επίδραση του ομογενοποιημένου κιτς… όλο και περισσότερο.” Νομίζω ότι είναι εσφαλμένη η αντίληψη ότι μια συμπεριφορά που προσιδιάζει στη συμπεριφορά ενός παιδιού αποτελεί αυτομάτως παλιμπαιδισμό (στην προκειμένη το διάβασμα των κομικς). Αλλά ακόμη και αν πράγματι αποτελεί παλιμπαιδισμό δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε την ανάγκη πολλών ανθρώπων να ξαναβιώσουν κάποιες παιδικές εμπειρίες. Αυτό δεν συνεπάγεται απαραίτητα κάποια νοητική έκπτωση, αφέλεια ή ανώμαλη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, αυτό που στο κείμενο χαρακτηρίζεται ως “παλιμπαιδισμός” μπορεί να μην εμφανίζεται τελικά ως επιρροή του κιτς αλλά ως έμφυτη ανάγκη για αναπόληση και βίωση εμπειριών που πολλοί συνδυάζουν με στιγμές ελευθερίας και ανεμελιάς. Θα μπορούσε κανείς να δώσει κι άλλες ερμηνείες για τον παλιμπαιδισμό από σκοπιά ψυχοδυναμική ή οτιδήποτε άλλο που δεν υπάρχει λόγος να αναπτύξω, απλώς, επαναλαμβάνω, αμφισβητώ το κατά πόσο το κιτς αποτελεί αιτία “παλιμπαιδισμού” ή απλώς μέσο. Αν δεν κάνω λάθος, η αρχική περίοδος της πρότασης σχετικά με τη θολούρα στη διάκριση των ηλικιών υπονοεί το πρώτο.
    Γενικά παίρνω επιφυλακτική στάση ως προς την εξήγηση φαινομένων με περιορισμένους παράγοντες, όπως η επόμενη σχετικά με την σεξουαλικότητα των εφήβων. Μπορούμε σαφώς να υποθέσουμε ότι η εκτενής προβολή και έκθεση σε σεξουαλικό περιεχόμενο οδηγεί στην πρόωρη σεξουαλική συμπεριφορά αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αυτή καθαυτή η προβολή είναι αδιαμφισβήτητος ή μοναδικός παράγοντας. Ακόμη κι αν η προβολή τέτοιου περιεχομένου μεταβάλλει έμμεσα τη σεξουαλική συμπεριφορά των παιδιών (πχ εδραιώνοντας ένα πρότυπο σεξουαλικότητας για τους εφήβους το οποίο σταδιακά αποδέχονται οι γονείς και η κοινωνία με αποτέλεσμα να επισπεύδεται η σεξουαλική ωρίμανση των πρώτων) τέτοια φαινόμενα οφείλουν να εξηγούνται πολυπρισματικά. Για παράδειγμα, ξέρουμε ότι η εφηβεία έχει παραταθεί στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες λόγω (απ’ όσο γνωρίζω) της οικογενειακής εξάρτησης, γεγονός που πιθανώς επηρεάζει και τη σεξουαλική ανάπτυξη και συμπεριφορά. Απλά επισημαίνω ότι πίσω απ’ τις ανθρώπινες συμπεριφορές μπορεί να βρίσκεται ένας πολύ μεγάλος αριθμός παραγόντων και γι’ αυτό είναι καλύτερο να αποφεύγουμε φράσεις του τύπου “Έτσι εξηγείται”.

    Τέλος, με σκεπτικισμό αντιμετωπίζω και τον ορισμό του μαζάνθρωπου από τον Αντόρνο. Βλέπω το μαζάνθρωπο να περιγράφεται ως ένα πλήρως ετεροκαθοριζόμενο άτομο δίχως προσωπικά γούστα και επιλογές. Δε νομίζω ότι αυτό συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Αντιθέτως πιστεύω ότι αυτός ο ορισμός ισοπεδώνει και παραβλέπει τις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων. Προσωπικά δεν αμφιβάλλω για τη μεγάλη επιρροή του κιτς και το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει στη διαμόρφωση των ιδεών και των στάσεων.
    Η λέξη μάζα, όσο χρήσιμη και αν είναι για κάθε τύπου εμπόριο-προώθηση, μπορεί να περιγράψει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις ενός συνόλου αλλά όχι και να εφαρμοστεί ως σφαιρικός χαρακτηρισμός του τελευταίου. Η αντιμετώπιση της μάζας ως ένα συμπαγές υποκείμενο φέρει τον κίνδυνο της ψυχολογικοποίησης από οποιονδήποτε θεωρεί τον εαυτό του ότι δεν ανήκει σ’ αυτή. (πχ Το κιτς είναι προσφιλές γι’ αυτόν, άρα αυτός είναι μαζάνθρωπος και επομένως κάθε γούστο του είναι ετεροκαθοριζόμενο).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *